πατάζω
(ρ.)
πατάζω
[paˈtazo]
Αξ.
πατάζου
[paˈtazu]
Μισθ.
πατάγω
[paˈtaɣo]
Μαλακ., Φλογ.
Αόρ.
πάταξα
[ˈpataksa]
Μαλακ., Φλογ.
Πιθ. από το αρχ. ρ. πατάσσω = χτυπώ (μεσν. σημ. πειράζω, ταλαιπωρώ, πβ. πατάζω Ίμβρ. = ενοχλώ, πατάζω Κρήτ. = τρομάζω).
1. Μυρίζω έντονα και άσχημα
ό.π.τ.
:
Βρώμ'σεν μπάταξεν
(Βρώμησε, μύρισε άσχημα)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
2. Αποσυντίθεμαι
Αξ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025