ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πασχάζω (ρ.) πασκάζω [pasˈkazo] Αξ., Φάρασ. μπασκιάζω [basˈcazo] Μαλακ. Από το μεσν. ρ. πασχάζω = γιορτάζω το Πάσχα, το οπ. από το ουσ. Πάσχα και το παραγωγ. επίθμ. -άζω.
Γιορτάζω τη γιορτή του Πάσχα, κάνω Πάσχα ό.π.τ. : Εν να υπάμε σην εκκλεσία να πασκάσουμ' (Θα πάμε στην εκκλησία να γιορτάσουμε το Πάσχα) Φάρασ. -Ιορδαν.
Τροποποιήθηκε: 31/12/2025