πασχαλιάζω
(ρ.)
πασχαλιάζω
[pasxaˈʎazo]
Μαλακ.
Από το ουσ. πασχαλιά και το παραγωγ. επίθμ. -ιάζω, και κατά την σημ. της φρ. Χριστού Πάσκα ‘Χριστούγεννα’.
Περνάω, εορτάζω τα Χριστούγεννα
:
Να πά' να πασχαλιάσ' ση μάνα τ'
(Θα πάει να περάσει την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων στην μάνα της)
Μαλακ.
-ΚΜΣ-ΚΠ176
Τροποποιήθηκε: 21/11/2025