ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πασχαλιάζω (ρ.) πασχαλιάζω [pasxaˈʎazo] Μαλακ. Από το ουσ. πασχαλιά και το παραγωγ. επίθμ. -ιάζω, και κατά την σημ. της φρ. Χριστού Πάσκα ‘Χριστούγεννα’.
Περνάω, εορτάζω τα Χριστούγεννα : Να πά' να πασχαλιάσ' ση μάνα τ' (Θα πάει να περάσει την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων στην μάνα της) Μαλακ. -ΚΜΣ-ΚΠ176
Τροποποιήθηκε: 21/11/2025