πατλάτημα
(ουσ. ουδ.)
πατλάτημα
[patˈlatima]
Φάρασ.
πατλάιμα
[patˈlaima]
Μισθ.
Από το ρ. πατλαντίζω, όπου και τύπ. πατλατώ, και το παραγωγ. επίθμ. επίθμ. -μα.
Σκάσιμο
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025