πιπέρι
(ουσ. ουδ.)
πιπέριν
[piˈperin]
Σίλ.
πιπέρ'
[piper]
Αραβαν., Τροχ.
μπιbέρι
[biˈberi]
Σίλ.
πεπέρ'
[peˈper]
Αξ., Γούρδ., Μισθ., Φλογ.
Από το μεταγν. ουσ. πιπέριν (< αρχ. ουσ. πέπερι). Ο τύπ. πεπέρ’ από μεσν. τύπ. πεπέρι (< πιπέριν με υποχωρητ. αφομ.). Ο τύπος πιπέρ' από το μεσν. πιπέρι. Ο τύπ. μπιbέρι από τουρκ. biber.
1. Πιπέρι, καυστικό μπαχαρικό
ό.π.τ.
2. Μαύρη κηλίδα στο πρόσωπο
Αξ.
3. Πιπεριά
Μισθ., Τροχ., Φλογ.
:
Τρώισ̑καμ' όξ̑ινα πεπέρια
(Τρώγαμε ξινές πιπεριές)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Ντόμακα, αγγούρ', πεπέρ', πιπεριές δηλαδή, έκουψα απ' ντου μπαχτσέ
(Ντομάτα, αγγούρι, πιπέρια, πιπεριές δηλαδή, έκοψα απ' τον μπαχτσέ)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
’ς τους μπαχτσέδες βάζουμε ντόματες, πιπέρια, μελ’τζ̑άνες
(Στους μπαχτσέδες βάζουμε ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες)
Τροχ.
-ΙΛΝΕ 1556
Τροποποιήθηκε: 25/10/2025