ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πυρεβγαλίζω (ρ.) πυρεβγκαλίζω [pirevgaˈlizo] Φάρασ. Αόρ. πυρέβγωσα [pi;revɣosa] Φάρασ. Υποτ. Αόρ. πυρεβγκαλίσω [pirevgaˈliso] Φάρασ. Από το μεσν. ρ. πυρεκβολέω-ῶ = α) πετώ σπινθήρες β) ανάβω φωτιά.
Ανάβω φωτιά με τσακμακόπετρα Φάρασ. : O νομάτ'ς έβγκαλεν το πυρέβγον του, πυρέβγωσεν αν κόμμα μανί, μπύρτσεν του ιματού του κομμάτου την άκρα (Ο άνθρωπος έβγαλε το τσακμάκι του, άναψε ένα κομμάτι ίσκα, κι έκαψε την άκρη του κομματιού του πουκαμίσου) Φάρασ. -Θεοδ.Παραδ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025