σερντώ
(ρ.)
σερντού
[serˈdu]
Ουλαγ.
Προστ.
σέρντα
[ˈserdα]
Ουλαγ.
Από το τουρκ. ρ. sermek = απλώνω.
Απλώνω κάτι στο έδαφος
ό.π.τ.
:
Σέρντα ντα χαλιά
(άπλωσε τα χαλιά)
Ουλαγ.
-Dawk.
Τροποποιήθηκε: 28/07/2026