χερόκκο
(ουσ. ουδ.)
σ̑ερόκκου
[ʃeˈroku]
Φάρασ.
Από το ουσ. χέρι, όπου και τύπ. σ̑έρι, και το παραγωγ. επίθμ. -όκκο.
Χεράκι
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 28/07/2026