θηριακή
(ουσ. ουδ.)
τ͑ηριάκ’
[tʰiˈrʝak]
Ανακ., Μαλακ.
Από το μεταγν. θηριακή, ουσιαστικοπ. του μεταγν. επιθ. θηριακός = που αφορά δηλητηριώδη ζώα.
Φάρμακο, αντίδοτο σε δηλητηριώδη δαγκώματα
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 03/01/2026