θηκάρι
(ουσ. ουδ.)
θηκάρι
[θikari]
Φάρασ.
δεκάρι
[ðeˈkari]
Σινασσ.
Από το μεσν. ουσ. θηκάριον.
Θηκάρι σπαθιού
:
|| Ασμ.
Άες Γιώργη, του Χριστού παλληκάρι
σα βκαλαίν’ το γιλίτζι ’σ' το θηκάρι (Άγιε Γιώργη, παλληκάρι του Χριστού,
όταν βγάζει το σπαθί απ' το θηκάρι) Φάρασ. -Λαμπρ. Συνών. κιλίφι
σα βκαλαίν’ το γιλίτζι ’σ' το θηκάρι (Άγιε Γιώργη, παλληκάρι του Χριστού,
όταν βγάζει το σπαθί απ' το θηκάρι) Φάρασ. -Λαμπρ. Συνών. κιλίφι
Τροποποιήθηκε: 13/02/2026