θεριακωμένος
(επίθ.)
θεριακωμένος
[θerʝakoˈmenos]
Σινασσ.
Νεότ. επίθ. θηριακωμένος = τεράστιος (Mackridge 2021: 226), , το οπ. από το μεταγν. επίθ. θηριακός = σχετικός με θηρίο.
1. Εύσωμος, γιγαντόκορμος
Συνών.
βουβάλι :2, γαπάς :1, ορέκας
2. Μτφ., ανδρείος
Συνών.
άντρας :3, καρδιακός, παλληκάρι :3
Τροποποιήθηκε: 07/08/2025