ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τιρμιχλατίζω (ρ.) τιρμιχλατίζω [tirmixlatiˈzo] Φάρασ. ντιρμιχλατίζω [dirmixlatiˈzo] Σινασσ. τιρμιχλατώ [tirmixlaˈto] Φάρασ. τιρμιχλατώου [tirmixlaˈtou] Φάρασ. Από τουρκ. ρ. tırmıklamak = α) ξύνω με τσουγκράνα β) δουλεύω χώμα με τη τσουγκράνα και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω. Ο τύπ. τιρμιχλατώ με μεταπλ. κατά τα ρ. σε .
Μαζεύω άχυρα με την τσουγκράνα Σινασσ., Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026