γαρατσάβι
(ουσ. ουδ.)
γαρατσάβ'
[ɣaraˈtsav]
Αξ., Μισθ.
Aπό το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. karaçav (< ιταλ. carozza) = α) πλαϊνό δοκάρι βοϊδάμαξας β) σκαλωσιά (THADS, λ. karaçav I, II).
Στον πληθ., πλαϊνά δοκάρια εκατέρωθεν της καρότσας βοϊδάμαξας για να συγκρατούν το φορτίο
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 10/01/2026