ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ψυχομαχώ (ρ.) ψυχομαχώ [psixomaʹxo] Τελμ., Φερτάκ. Αόρ. Υποτ. γ΄ Εν. ψ̑υχομήσ' [pʃixoˈmis] Ανακ. Από το μεταγν. ρ. ψυχομαχέω-ῶ.
Ψυχομαχώ ό.π.τ. : Πότε ψυχομαχάει μοιράζουμ' στους φτωχούς σαράντα γρόσια κουμπρίκ παρασί (Όταν ψυχομαχεί μοιράζουμε στους φτωχούς σαράντα γρόσια οβολό για το Χάρο) Φερτάκ. -ΚΜΣ-Θεοδ. || Ασμ. Μαυριανός απέθανε και οι άλλοι ψυχομαχούνε (Ο Μαυριανός πέθανε και οι άλλοι ψυχομαχούν) Τελμ. -Lag.
Τροποποιήθηκε: 04/08/2026