ψοφαρίζω
(ρ.)
ψοφαρίζω
[psofaˈrizo]
Αξ., Αραβαν., Μαλακ., Σίλατ., Σινασσ., Φάρασ., Φερτάκ.
ψοφαρίζου
[psofaˈrizu]
Σίλ.
ψοφαρώ
[psofaˈro]
Σίλ.
Αόρ.
ψοφάρ'σα
[psoˈfarsa]
Μαλακ., Φάρασ.
ψοφάτσα
[psoˈfatsa]
Ουλαγ.
Από το ν.ε. διαλεκτ. επίθ. ψοφάρης = καχεκτικός (Πόντ.), το οπ. από το ουσ. ψόφος και το παραγωγ. επίθμ. -άρης, και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω.
Για ζώα και υβριστικά για αλλόθρησκους, σκοτώνω
ό.π.τ.
:
Ψοφάτσαν ντο
(Τον σκότωσαν σαν σκυλί)
Ουλαγ.
-Dawk.
Ερ να μη μπορέσει, 'άν'dα ψοφαρίσω 'το το φίδι
(Αν δεν μπορέσει, θα το σκοτώσω αυτό το φίδι)
Φάρασ.
-Θεοδ.Παραδ.
Συνών.
γκεμπερτώ, σκοτώνω :1
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025