γκεμπερτώ
(ρ.)
γκεbερτού
[ɟeberˈtu]
Ουλαγ.
γκεbερτἰζω
[ɟeberˈtizo]
Σεμέντρ.
Από το τουρκ. ρ. gebertmek = σκοτώνω
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025