γκέντσι
(επίθ.)
γκέντσ̑'
[ɟentʃ]
Αξ., Μαλακ.
γκέντζι
[ˈɟendzi]
Σίλ.
κέντσ̑ι
[ˈcentʃi]
Φάρασ.
κα̈́ντσ̑ι
[ˈcæntʃi]
Αφσάρ., Τσουχούρ.
γκέσ̑'
[ɟentʃ]
Τροχ.
Από το τουρκ. επιθ. genç (< παλ. τουρκ. kēnç) = α) νέος, νεαρός β) ανώριμος.
1. Νέος
ό.π.τ.
:
Εμείς γκέντζ̑α ’μεστε, Χεγός ντίν' μας κι άλλα
(Εμείς νέοι είμαστε, ο Θεός θα μας δώσει κι άλλα παιδιά)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
'κούμκαμ' τα μεις τα κέντσ̑α οι νομάτοι
(Τ' ακούγαμε εμείς οι νέοι άνθρωποι)
Φάρασ.
-Ιορδαν.
Τα γριές πήγαινιαν σην εκκλησιά, και τα γκένσια πάαινιαμ' σα γιαζΰδια
(Οι γριές πήγαιναν στην εκκλησία, και οι νέοι πηγαίναμε στα χωράφια)
Μαλακ.
-ΚΜΣ-ΚΠ176
Συνών.
ντελικανής :2, Αντίθ
γερόνι, γέρος, ιχτιάρης :1, κοτζά, παλιός :2
Τροποποιήθηκε: 23/10/2025