τερλετιρντίζω
(ρ.)
τερλετιρντίζω
[terletirˈdizo]
Τελμ.
τετελεdίζω
[teteleˈdizo]
Τελμ.
Από το τουρκ. ρ. terlettirmek = κάνω κάποιον να ιδρώσει, μεταβιβαστικός τύπ. του ρ. terlemek = ιδρώνω.
Κάνω κάποιον να ιδρώσει
:
Αντά! τερλετίρντα το λίγο και μπέλκι νίσκεται καλά
(Να, κάνε τον λίγο να ιδρώσει και ίσως γίνεται καλά)
Τελμ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Έβαζε τ’ αστενάρ' τα πράδια τ’ μες σο ζεστό νερό και σκέπαζαμ' το καλά καλά με το γιοργάν'· τετελέdιζε και γούλτωνε
(Έβαζε ο άρρωστος τα ποδάρια του μέσα στο ζεστό νερό και τον σκεπάζαμε καλά καλά με το πάπλωμα· ίδρωνε και γλύτωνε)
Τελμ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Τροποποιήθηκε: 20/01/2026