ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τερλετιρντίζω (ρ.) τερλετιρντίζω [terletirˈdizo] Τελμ. τετελεdίζω [teteleˈdizo] Τελμ. Από το τουρκ. ρ. terlettirmek = κάνω κάποιον να ιδρώσει, μεταβιβαστικός τύπ. του ρ. terlemek = ιδρώνω.
Κάνω κάποιον να ιδρώσει : Αντά! τερλετίρντα το λίγο και μπέλκι νίσκεται καλά (Να, κάνε τον λίγο να ιδρώσει και ίσως γίνεται καλά) Τελμ. -ΚΜΣ-Θεοδ. Έβαζε τ’ αστενάρ' τα πράδια τ’ μες σο ζεστό νερό και σκέπαζαμ' το καλά καλά με το γιοργάν'· τετελέdιζε και γούλτωνε (Έβαζε ο άρρωστος τα ποδάρια του μέσα στο ζεστό νερό και τον σκεπάζαμε καλά καλά με το πάπλωμα· ίδρωνε και γλύτωνε) Τελμ. -ΚΜΣ-Θεοδ.
Τροποποιήθηκε: 20/01/2026