γουλαντούρα
(ουσ. θηλ.)
γουλανdούρα
[ɣulanˈdura]
Σινασσ.
Από το λατιν. ουσ. glandula = αδένας, με παρετυμολ. προς το ουσ. γούλα με την διαλεκτ. σημ. ‘υπογνάθιοι αδένες’ (βλ. ΙΛΝΕ: λ. γούλα (Ι)1στ). Πβ. και μεσν. ουσ. τά γλάνδουλα = α) αμυγδαλές β) αδένες, όπου και τύπ. ἡ γλανδούλα (βλ. LBG). Για την ετυμολογ. σύνδεση της λ. με το ουσ. γούλα, πβ. Αρχέλαος (1899: 232).
Τροποποιήθηκε: 17/11/2025