τουρκμενίτσα
(ουσ. ουδ.)
τουρκμενίτσα
[turkmeˈnitsa]
Φλογ.
Από το ουσ. τουρκμενιός και το παραγωγ. επίθμ. -ίτσα.
Χαμομήλι
Συνών.
κοράκα
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026