ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κουσκούσι (ουσ. ουδ.) κ͑oυσ̑κ͑ούσ̑ι [kʰuˈʃkʰuʃi] Αξ., Φάρασ. κουσκούσ' [kusˈkus] Αξ., Μισθ., Σινασσ., Τροχ. Από το τουρκ. ουσ. kuskus.
Κους κους, είδος ζυμαρικού ό.π.τ. : Σ̑άνιξι μαντ͑ούια, σ̑άνιξι τίαλα δα είπαμ', τραχανάϊα, κουσ̑κούσ̑α, γκυλιγκίρια (Έφτιαχνε μαντί, έφτιαχνε πώς τα είπαμε, τραχανάδες, κουσκούς, γιουβαρλάκια) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ Σφάγνισ̑κε ένα ορνίι, σ̑άνισ̑κεν ντο με κουσκούσ̑ι (Έσφαζε μια κότα, την έφτιαχνε με κουσκούς) Αξ. -ΙΛΝΕ 1555
Τροποποιήθηκε: 07/02/2026