κοβλεμέζης
(ουσ. αρσ.)
κοβλεμέζης
[kovleˈmezis]
Αφσάρ., Φάρασ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. göğleme = αποξηραμένα πράσινα φύλλα καπνού, όπου και τύπ. göğlemez = είδος βοτάνου με πικάντικη γεύση (THADS, λ. göğleme III).
1. Πράσινο καπνόφυλλο
ό.π.τ.
2. Φρέσκο φασόλι
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 16/07/2026