ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κοβλεμέζης (ουσ. αρσ.) κοβλεμέζης [kovleˈmezis] Αφσάρ., Φάρασ. Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. göğleme = αποξηραμένα πράσινα φύλλα καπνού, όπου και τύπ. göğlemez = είδος βοτάνου με πικάντικη γεύση (THADS, λ. göğleme III).
1. Πράσινο καπνόφυλλο ό.π.τ.
2. Φρέσκο φασόλι ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 16/07/2026