ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κοβαλάντημα (ουσ. ουδ.) qοβαλάτημα [qovaˈlatima] Μαλακ. γκοβαλάdημα [govaˈladima] Ουλαγ. γοβαλάτ’μα [ɣovaˈlatma] Φάρασ. Aπό το ρ. κοβαλαντίζω, όπου και τύπ. γοβαλατώ, γκοβαλαdού, και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
1. Καταδίωξη Μαλακ., Φάρασ.
2. Διώξιμο Ουλαγ.
Συνών. κατακώλημα
Τροποποιήθηκε: 22/01/2026