ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κνιπία (ουσ. θηλ.) κνιπία [kniˈpia] Φάρασ. Από το μεσν. ουσ. κνιπία (βλ. LBG). Η σημ. ἅπαξ στην μεσν. γραμματεία, πβ. Θεοφ. 296.5 «ἐγένετο δὲ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ καὶ θανατικὸν καὶ σκνιπία παντὸς εἴδους».
1. Λιμός, στέρηση : Σο Τοχσάνι έν' το μέγο η κνιπία (Στα '90 ήταν ο μεγαλύτερος λιμός) Φάρασ. -ΚΜΣ-Θεοδ.
2. Ακρίβεια
Τροποποιήθηκε: 22/01/2026