κωλοπίσουρτα
(επίρρ.)
κωλοπίσουρτα
[koloˈpisurta]
Μαλακ.
Από το ουσ. κώλος και το μεσν. επίθ. ἐπίσυρτος = αυτός που τραβιέται, με παραγωγ. επίθμ. -α.
Τροποποιήθηκε: 26/08/2026