κωλοκάθι
(ουσ. ουδ.)
κωλοκάσ̑'
[koloˈkaʃ]
Αραβαν.
Από το ουσ. κώλος και το ρ. κάθομαι με παραγωγ. επίθμ. -ι.
Κομμάτι από κορμό δέντρου για κάθισμα
Αραβαν.
Τροποποιήθηκε: 31/12/2025