ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

λιτανεία (ουσ. θηλ.) λιτανεία [litaˈnia] Γούρδ., Ποτάμ. λετανεία [letaˈnia] Ανακ., Ποτάμ. Μεταγν. ουσ. λιτανεία, με τροπή [i] > [e] λόγω του παρακείμενου [l].
Λιτανεία ό.π.τ. : Ας ποίκωμ’ ἐνα λετανεία, Θεγός να μας δώκ’ βρέχος (Ας κάνουμε μιά λιτανεία, να μας δώσει βροχή ο Θεός) Ανακ. -Κωστ.Α. Λιτανεία το λέισκαμ’ που διεβάζει παπάς και να μετανίσκουν ναίκες (Λιτανεία το λέγαμε, που διαβάζει ο παπάς και κάνουν με-τάνοιες οι γυναίκες) Ποτάμ. -ΚΜΣ-ΚΠ326
Τροποποιήθηκε: 22/08/2026