λιτανεία
(ουσ. θηλ.)
λιτανεία
[litaˈnia]
Γούρδ., Ποτάμ.
λετανεία
[letaˈnia]
Ανακ., Ποτάμ.
Μεταγν. ουσ. λιτανεία, με τροπή [i] > [e] λόγω του παρακείμενου [l].
Λιτανεία
ό.π.τ.
:
Ας ποίκωμ’ ἐνα λετανεία, Θεγός να μας δώκ’ βρέχος
(Ας κάνουμε μιά λιτανεία, να μας δώσει βροχή ο Θεός)
Ανακ.
-Κωστ.Α.
Λιτανεία το λέισκαμ’ που διεβάζει παπάς και να μετανίσκουν ναίκες
(Λιτανεία το λέγαμε, που διαβάζει ο παπάς και κάνουν με-τάνοιες οι γυναίκες)
Ποτάμ.
-ΚΜΣ-ΚΠ326
Τροποποιήθηκε: 22/08/2026