λιπαρός
(επίθ.)
λιπαρός
[lipaˈros]
Φάρασ.
Αρχ. επίθ. λιπαρός.
Παχύς
:
|| Παροιμ.
Τό λιπαρόν ντo σ̑οιρίδι σουρτεύεται σο λιπαρόν ντo πιτένι
(Το παχύ το γουρούνι τρίβεται πάνω στο παχύ το πεύκο˙ οι πλούσιοι συγχρωτίζονται μεταξύ τους)
Φάρασ.
-Λουκ.Λουκ.
Συνών.
γκαλίν, μπεσλούς, παχύς :1, σισμάν, Πβ.
γιαγλής :1
Τροποποιήθηκε: 17/07/2026