μενεξές
(ουσ. αρσ.)
μενεφσές
[menefˈses]
Φάρασ.
Από το νεότ. ουσ. μενεξές (Λεξ. Σομ.), το οπ. από το τουρκ. ουσ. menekşe (< περσ. banafše), όπου και διαλεκτ. τύπ. menefşe (ΤΗΑDS).
Μενεξές
Πβ.
μανουσάκι
Τροποποιήθηκε: 11/03/2026