μερακλαντουρντίζω
(ρ.)
μαραχλανdουρντίζου
[maraxlandurˈdizu]
Μισθ.
Αόρ.
μαραχλανdούρτ'σα
[maraxlanˈdurtsa]
Μισθ.
Από το τουρκ. ρ. meraklandırmak = κάνω κάποιον να στεναχωρηθεί ή να ανησυχήσει.
Κάνω κάποιον να στεναχωρηθεί
:
Μαραχλανdούρτ'σις μι
(Με καταστεναχώρησες)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 11/03/2026