ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μερακλαντουρντίζω (ρ.) μαραχλανdουρντίζου [maraxlandurˈdizu] Μισθ. Αόρ. μαραχλανdούρτ'σα [maraxlanˈdurtsa] Μισθ. Από το τουρκ. ρ. meraklandırmak = κάνω κάποιον να στεναχωρηθεί ή να ανησυχήσει.
Κάνω κάποιον να στεναχωρηθεί : Μαραχλανdούρτ'σις μι (Με καταστεναχώρησες) Μισθ. -Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 11/03/2026