μεργκίζι
(ουσ. ουδ.)
μεργκίζι
[merˈɟizi]
Ανακ.
Από το τουρκ. ουσ. nergis (< περσ.) = νάρκισσος.
Το φυτό νάρκισσος
Τροποποιήθηκε: 11/03/2026