ραμματιάζω
(ρ.)
ραμματιάζω
[ramaˈtçazo]
Σινασσ.
Από το ουσ. ράμμα και το παραγωγ. επίθμ. -ιάζω.
Ράβω
Συνών.
ράφτω
Τροποποιήθηκε: 27/07/2026