ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

νιφίδι (ουσ. ουδ.) νιφίδι [niˈfiði] Φάρασ. Πιθ. από το νεότ. ουσ. νιφτίδι = απόπλυμα (Λεξ. Σομ., λ. νιπτήδια). Εναλλακτικά, από το θ. λειφ- του ρ. λείπω και το παραγωγ. επίθμ. -ίδι .
Άχυρα που μένουν στο δερμόνι μετά το κοσκίνισμα του γεννήματος.
Τροποποιήθηκε: 04/06/2026