νιφίδι
(ουσ. ουδ.)
νιφίδι
[niˈfiði]
Φάρασ.
Πιθ. από το νεότ. ουσ. νιφτίδι = απόπλυμα (Λεξ. Σομ., λ. νιπτήδια). Εναλλακτικά, από το θ. λειφ- του ρ. λείπω και το παραγωγ. επίθμ. -ίδι .
Άχυρα που μένουν στο δερμόνι μετά το κοσκίνισμα του γεννήματος.
Τροποποιήθηκε: 04/06/2026