νιώρα
(επίρρ.)
ενώρα
[eʹnora]
Τσουχούρ.
νώρα
[ˈnora]
Φάρασ., Φερτάκ.
νιώρα
[ˈɲora]
Ανακ., Αξ., Φλογ.
νιώρας
[ˈɲoras]
Ανακ., Μαλακ., Σίλατ., Τροχ.
νούραν
[ˈnuran]
Σεμέντρ.
Πιθ. από το μεσν. επίρρ. ἐνώρας, το οπ. από την αρχ. φρ. ἐν ὥρᾳ.
Πβ.
ώρα
1. Προ ολίγου, τώρα μόλις
ό.π.τ.
2. Αμέσως
Τσουχούρ.
:
Πήνι τσ̑αι η ναίκα, φίλτσινι το σ̑έρι του· ενώρα πήνι ήφαρινι το τέστι, έπλυνινι τά πράδα του
(Πήγε και η γυναίκα, φίλισε το χέρι του· αμέσως πήγε έφερε το σταμνί, του έπλυνε τα πόδια)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Έθητσ̑ιν τα σο δαχτύλι του, ενώρα παγάσιν τα σο δράκου
(Το έβαλε στο δάχτυλό του, ενν. το δαχτυλίδι, και αμέσως την πήγε στο δράκο)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Συνών.
άνιντε, αρέ :1, αψούτσικα :2, χάρπανταν :1, χεμέν :1
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025