ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

νιώρα (επίρρ.) ενώρα [eʹnora] Τσουχούρ. νώρα [ˈnora] Φάρασ., Φερτάκ. νιώρα [ˈɲora] Ανακ., Αξ., Φλογ. νιώρας [ˈɲoras] Ανακ., Μαλακ., Σίλατ., Τροχ. νούραν [ˈnuran] Σεμέντρ. Πιθ. από το μεσν. επίρρ. ἐνώρας, το οπ. από την αρχ. φρ. ἐν ὥρᾳ. Πβ. ώρα
1. Προ ολίγου, τώρα μόλις ό.π.τ.
2. Αμέσως Τσουχούρ. : Πήνι τσ̑αι η ναίκα, φίλτσινι το σ̑έρι του· ενώρα πήνι ήφαρινι το τέστι, έπλυνινι τά πράδα του (Πήγε και η γυναίκα, φίλισε το χέρι του· αμέσως πήγε έφερε το σταμνί, του έπλυνε τα πόδια) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. Έθητσ̑ιν τα σο δαχτύλι του, ενώρα παγάσιν τα σο δράκου (Το έβαλε στο δάχτυλό του, ενν. το δαχτυλίδι, και αμέσως την πήγε στο δράκο) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. Συνών. άνιντε, αρέ :1, αψούτσικα :2, χάρπανταν :1, χεμέν :1
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025