ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ντερίνια (επίρρ.) ντερίνια [deˈriɲa] Μισθ. τερίνια [teˈriɲa] Μισθ. ντα̈ρίνια [dæˈriɲa] Μισθ. Από το επίθ. ντερίν και το παραγωγ. επίθμ. .
1. Μτφ., σε βάθος, διεισδυτικά Μισθ. : Ρανώ ντα̈ρίνια (Βλέπω βαθιά) Μισθ. -Κοτσαν. Εσείς τα ξέρετε ντερίνια μισιώτικα (Εσείς τα ξέρετε σε βάθος τα μισιώτικα) -ΑΠΥ-Καρατσ.
2. Βαθιά : Τερίνια τα λάμνουμε (Τα οργώνουμε βαθιά, ενν. τα χωράφια) Φλογ. -ΙΛΝΕ 812 Γιάρντα ντα̈ρίνια ντα ντεμέλια άλλα λί'ου (Σκάψε βαθιά τα θεμέλια λίγο ακόμα) Μισθ. -Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 09/06/2026