ντερίνια
(επίρρ.)
ντερίνια
[deˈriɲa]
Μισθ.
τερίνια
[teˈriɲa]
Μισθ.
ντα̈ρίνια
[dæˈriɲa]
Μισθ.
Από το επίθ. ντερίν και το παραγωγ. επίθμ. -α.
1. Μτφ., σε βάθος, διεισδυτικά
Μισθ.
:
Ρανώ ντα̈ρίνια
(Βλέπω βαθιά)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Εσείς τα ξέρετε ντερίνια μισιώτικα
(Εσείς τα ξέρετε σε βάθος τα μισιώτικα)
-ΑΠΥ-Καρατσ.
2. Βαθιά
:
Τερίνια τα λάμνουμε
(Τα οργώνουμε βαθιά, ενν. τα χωράφια)
Φλογ.
-ΙΛΝΕ 812
Γιάρντα ντα̈ρίνια ντα ντεμέλια άλλα λί'ου
(Σκάψε βαθιά τα θεμέλια λίγο ακόμα)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 09/06/2026