ντερτλούς
(επίθ.)
ντερτλού
[dertˈlu]
Μαλακ.
ντερτλούς
[dertˈlus]
Σινασσ.
τερτ͑λούς
[terˈtʰlus]
Φάρασ.
τερτ͑λούσα
[tertʰˈlusa]
Φάρασ.
Πληθ.
ντερτλούδια
[dertˈluðʝa]
Μαλακ., Σινασσ.
Από το τουρκ. επίθ. dertli = α) πονεμένος, βασανισμένος β) άρρωστος.
1. Ταλαίπωρος, βασανισμένος
Σινασσ.
:
Για μας τα ντερτλούδια και τα βασανισμένα πικρό κι αγού έν' το χαβιάρ'
(Για μας τις δύσμοιρες και βασανισμένες πικρό και φαρμάκι είναι το χαβιάρι)
Σινασσ.
-Λεύκωμα
Συνών.
ζαβαλλούς, ζαλίμης :3, καημένος, πελέκι, σεφίλι
Τροποποιήθηκε: 25/10/2025