οζουρλούς
(επίθ.)
οζουρλούς
[ozurˈlus]
Φάρασ.
Θηλ.
οζουρλούσα
[ozurˈlusa]
Φάρασ.
Από το τουρκ. επίθ. özürlü = α) ανάπηρος β) ελαττωματικός.
Τροποποιήθηκε: 25/10/2025