οϊντσάχ
(ουσ. ουδ.)
οϊντσάχ
[oinˈtsax]
Σινασσ.
Από το τουρκ. ουσ. oyuncak = παιχνίδι.
Παιχνίδι
Συνών.
γελασιματόκκο, ογιούνι :1, παίζημα :1, παίξιμο :1
Τροποποιήθηκε: 23/10/2025