γελασιματόκκο
(ουσ. ουδ.)
γι-ασιματόκ-κο
[ʝiasimaˈtokko]
Φάρασ.
Από το ουσ. γελάσιμο, όπου και τύπ. γι-άσιμα, και το παραγωγ. επίθμ. -όκκο.
Παιδικό παιχνίδι
Συνών.
ογιούνι :1, παίζημα :1, παίξιμο :1
Τροποποιήθηκε: 23/10/2025