ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

οζατίζω (ρ.) οζα̈τίζω [ozæˈtizo] Αφσάρ., Σατ., Τσουχούρ., Φκόσ. Από τον αόρ. του τουρκ. διαλεκτ. ρ. özemek = λιώνω, αραιώνω (Tietze 2019, λ. öze- 1).
Πολτοποιώ ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 08/09/2026