ογρατιέσιμο
(ουσ. ουδ.)
'γρατι-έσιμα
[ɣratiˈesima]
Φάρασ.
'γρατι-έσ’μα
[ɣratiˈesma]
Φάρασ.
Από το ρ. ογρατίζω, όπου και τύπ. ογρατι-έω, και το παραγωγ. επίθμ. -σιμο.
Επίσκεψη, συνάντηση
Συνών.
γιοκλάντημα :2, γιολαχλάτημα
Τροποποιήθηκε: 28/08/2024