ογιουντίζω
(ρ.)
ο̈γϋνdΰζω
[øʝynˈdyzo]
Αξ.
ογϋνdίζω
[oʝynˈdizo]
Μαλακ.
ογουνdίζου
[oɣunˈdizu]
Μισθ.
Αόρ.
ογούντ'σ̑α
[oˈɣuntʃa]
Μισθ.
Προστ.
ογούνdα
[oˈɣunda]
Μισθ.
Από το τουρκ. ρ. övünmek = καυχιέμαι, όπου και διαλεκτ. τύπ. öğünmek.
Τροποποιήθηκε: 25/10/2025