οβελετίζω
(ρ.)
οβελετίζω
[oveleˈtizo]
Φάρασ.
οβα̈λα̈τίζω
[ovælæˈtizo]
Αφσάρ.
οβα̈λα̈τώ
[ovælæˈto]
Αφσάρ.
οφελετάου
[ofeleˈtau]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ρ. ovalamak = τρίβω, θρυμματίζω, όπου και διαλεκτ. τύπ. övelemek, πβ. και τουρκ. ρ. ufalamak = θρυμματίζω.
2. Θρυμματίζω
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 23/10/2025