οβέζ
(ουσ. ουδ.)
Πληθ.
οβέζια
[oˈvezʝa]
Σινασσ.
Από το τουρκ. ουσ. üvez = α) μουσμουλιά β) μούσμουλο, όπου και διαλεκτ. τύπ. ovez. Η λ. απώτερα αντιδάν. από το μεταγν. ουσ. ὄα, οὔα = σουρβιά (Nişanyan 2002-2022, λ. üvez 2).
Είδος μούσμουλου
Συνών.
αλούτσι
Τροποποιήθηκε: 25/12/2025