οϊμάς (I)
(ουσ. αρσ.)
οϊμάς
[oiˈmas]
Φάρασ.
ουιμάς
[uiˈmas]
Σινασσ.
Πληθ.
οϊμάδε
[oiˈmaðe]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. oyma = α) σκάψιμο, σκάλισμα, χάραξη β) γλυπτό ή σκαλισμένο αντικείμενο.
1. Γλυπτό, σκάλισμα
Φάρασ.
2. Τεχνητό κοίλωμα
Σινασσ.
Τροποποιήθηκε: 25/12/2025