ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

οϊμάς (I) (ουσ. αρσ.) οϊμάς [oiˈmas] Φάρασ. ουιμάς [uiˈmas] Σινασσ. Πληθ. οϊμάδε [oiˈmaðe] Φάρασ. Από το τουρκ. ουσ. oyma = α) σκάψιμο, σκάλισμα, χάραξη β) γλυπτό ή σκαλισμένο αντικείμενο.
1. Γλυπτό, σκάλισμα Φάρασ.
2. Τεχνητό κοίλωμα Σινασσ.
Τροποποιήθηκε: 25/12/2025