οκνός
(επίθ.)
οκνός
[okˈnos]
Σινασσ.
Μεσν. επίθ. ὀκνός = νωθρός, αμελής (Λεξ. Κριαρ.)
Οκνός, τεμπέλης
Σινασσ.
Συνών.
αβαράς :2, βαρύς :4, γαλπαζάνος :3, κάλπι :4, μιζμίζης :3, οκνιάρης, τεμπέλης, υπνές
Τροποποιήθηκε: 19/10/2025