ολαντίζω
(ρ.)
ολαdίζω
[olaˈdizo]
Αξ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ρ. ölemek = αποτρέπω να γίνει κάτι.
Αργώ, καθυστερώ
:
Πολύ ολαdίζ'
(Πολύ καθυστερεί)
Αξ.
-ΙΛΝΕ 1555
Συνών.
αργώ :2, γκετζικτώ, χρονίζω :2
Τροποποιήθηκε: 29/06/2025