χρονίζω
(ρ.)
χρονίζω
[xroˈnizo]
Ανακ.
χρονίζου
[xroˈnizu]
Μισθ.
Αόρ.
ηχρόνισα
[iˈxronisa]
Σινασσ.
χρόντσα
[ˈxrontsa]
Μισθ.
Αρχ. ρ. χρονίζω.
Τροποποιήθηκε: 28/08/2026