χρυσάφι
(ουσ. ουδ.)
χουρσάφ'
[xurˈsaf]
Μισθ.
Από το μεταγν. ουσ. χρυσάφιον.
Χρυσάφι.
Συνών.
αλτούνι :1, φλουρί :2, χρυσός
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026