χρυσός (II)
(ουσ. αρσ.)
χουρσός
[xurˈsos]
Σίλ., Σινασσ., Φλογ.
Aπό το αρχ. ουσ. χρυσός.
Χρυσάφι
Συνών.
αλτούνι :1, φλουρί :2, χρυσάφι
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026